σερβίρω

Ν
1. παραθέτω φαγητά ή ποτά
2. βάζω φαγητό από την κατσαρόλα στα πιάτα
3. υπηρετώ ανθρώπους που γευματίζουν
4. (αθλ.) (ιδίως στο βόλεΰ, στο τένις και στο πινγκ-πονγκ) κάνω σερβίς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. servir < λατ. servio «υπηρετώ»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σερβίρω — σερβίρω, σέρβιρα και σερβίρισα βλ. πίν. 56 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • σερβίρω — [сэрвиро] р. сервировать, прислуживать за едой …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σερβίρω — (λ. γαλλ.), σερβίρισα, σερβιρίστηκα, σερβιρισμένος, προσκομίζω φαγητά ή ποτά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σερβίρισμα — το, Ν η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σερβίρω. [ΕΤΥΜΟΛ. < σερβίρω, κατά τα ουδ. σε ισμα (πρβλ. παρκάρ ισμα)] …   Dictionary of Greek

  • εγκανάσσω — ἐγκανάσσω (Α) ρίχνω στο ποτήρι, σερβίρω ποτό …   Dictionary of Greek

  • κενώνω — (Α κενῶ, όω, και επικ. τ. κεινόω, Μ κενώνω) [κενός] κάνω κάτι κενό, αδειάζω, χύνω νεοελλ. μσν. μεταγγίζω από ένα δοχείο σε άλλο, σερβίρω μσν. 1. τρέχω, κυλώ 2. εξαντλώ, καταδαπανώ μσν. αρχ. αφήνομαι κενός, μένω άδειος αρχ. 1. εγκαταλείπω κάποιο… …   Dictionary of Greek

  • παραθέτω — 1. θέτω πολλά πράγματα το ένα κοντά στο άλλο 2. αντιπαραβάλλω, συγκρίνω, παραλληλίζω 3. (σχετικά με φαγητό) προσφέρω, σερβίρω 4. αναφέρω το ένα μετά το άλλο, αραδιάζω 5. μνημονεύω χωρίο κειμένου σε γραπτό λόγο 6. προσάγω, προσκομίζω …   Dictionary of Greek

  • παρατίθημι — δωρ. και ποιητ. τ. παρτίθημι, μτγν. τ. παρατίθω, ΜΑ 1. θέτω, τοποθετώ κοντά ή μπροστά σε κάποιον 2. παραθέτω, προσφέρω, σερβίρω φαγητό (α. «ἀφοῡ δὲ παραθέσουσι καὶ νίψεται καὶ κάτζει», Πρόδρ. β. «θεὰ παρέθηκε τράπεζαν», Ομ. Οδ.) αρχ. 1. θέτω… …   Dictionary of Greek

  • παραφέρω — ΝΜΑ, ποιητ. τ. παρφέρω Α, παραφέρνω Ν νεοελλ. βλ. παραφέρνω νεοελλ. αρχ. μέσ. παραφέρομαι εξάπτομαι, παρεκτρέπομαι μσν. αρχ. επικαλούμαι («πίστεις παραφέροντες τοῡ μὴ βεβαίως αυτοὺς διηλλάχθαι», Δίον. Αλ) αρχ. 1. (σχετικά με φαγητά και… …   Dictionary of Greek

  • σερβίς — το, Ν άκλ. (ξεν. λ.) (αθλ.) (ιδίως στο βόλεΰ, στο τένις και στο πινγκ πονγκ) η πρώτη βολή τής μπάλας, η πρώτη μπαλιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. service < servir (βλ. λ. σερβίρω)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.